Καμία λιτότητα για τις αμυντικές δαπάνες το 2010

Οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς όπλων τη δεκαετία 2000-2010

(σε εκατομμύρια δολάρια)

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ

Οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς όπλων τη δεκαετία 2000-2010 (σε εκατομμύρια δολάρια) Στις αμυντικές δαπάνες, οι αναδυόμενες αγορές παίρνουν τη σκυτάλη από τη δύση. Αυτό τονίζει το «διεθνές ινστιτούτο έρευνας ειρήνης» (SIPRI) στην ετήσια έκθεσή του που δημοσιεύτηκε την Τρίτη (7/6).

Σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2010 οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 1.3% κι έφθασαν τα 112 δις ευρώ: πρόκειται για τη χαμηλότερη αύξηση από το 2001, μια επιβράδυνση που οφείλεται αποκλειστικά στα πλούσια κράτη, ιδίως τα ευρωπαϊκά, που αναγκάζονται να «σφίξουν το ζωνάρι» λόγω της δημοσιονομικής κρίσης. Οι απώλειες αναπληρώνονται με άνεση από τα κράτη του νότου, με επικεφαλής τις μεγαλύτερες αναδυόμενες αγορές: Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότιο Αφρική.

Στο επίκεντρο αυτού του εξοπλιζόμενου νότου βρίσκεται η Ασία, όπου πέρσι εξελίχτηκαν πολλά γενναιόδωρα εξοπλιστικά προγράμματα. Επενδύσεις που σχετίζονται με τους περίπλοκους περιφερειακούς συσχετισμούς δύναμης. «Η κούρσα των εξοπλισμών στην οποία επιδίδονται Πακιστάν και Ινδία διαρκεί πλέον πολλά χρόνια και συμβάλλει καθοριστικά στην στρατιωτικοποίηση της Ασίας» παρατηρεί ο Φάμπιο Λιμπέρτι (Fabio Liberti), διευθυντής ερευνών στο «ινστιτούτο διεθνών και στρατηγικών σχέσεων» (IRIS). Το 2010 εξάλλου, οι δύο αυτές χώρες αναρριχήθηκαν στις δύο πρώτες θέσεις των εισαγωγέων οπλισμού του κόσμου, δαπανώντας περισσότερα από 4 δις ευρώ η καθεμιά· η Ινδία, που την απασχολεί ιδιαίτερα το ζήτημα του Κασμίρ, στράφηκε στη Ρωσία και πασχίζει να διατηρήσει την υπεροχή της επί του αντιπάλου της, του Πακιστάν.

«Κι ύστερα ασφαλώς έχουμε την Κίνα, που εννοεί να εμπεδώσει τη θέση της ως περιφερειακής δύναμης... Αλλά το ύψος των αμυντικών της δαπανών ανησυχεί τους γείτονές της, όπως π.χ. την Ιαπωνία, που προσπαθούν να διατηρήσουν κάποια ισορροπία στους συσχετισμούς δύναμης». Με δαπάνες της τάξης των 16.4 δις ευρώ, η «αυτοκρατορία του μέσου» ήταν ο πρώτος παγκοσμίως εισαγωγέας όπλων για τη δεκαετία 2000-2010, ξεπερνώντας την Ινδία, τη Νότιο Κορέα και την Ελλάδα.

Το 2010, οι αμυντικές δαπάνες της Κίνας έφτασαν τα 81 δις ευρώ (ή το 7.3% των παγκόσμιων αμυντικών δαπανών) ποσό που την κατέταξε στη δεύτερη θέση παγκοσμίως, εμπρός από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Ρωσία. Αλλά ο βασικός της ανταγωνιστής, οι ΗΠΑ, συνεχίζουν να διατηρούν μεγάλο προβάδισμα και να επενδύουν μαζικά στη στρατιωτική τους υπεροχή, δαπανώντας το 2010 για εξοπλισμούς 476 δις ευρώ -ή το 43% του συνόλου των αμυντικών δαπανών.

«Αν και δεν εντοπίζεται κυρίως στον αμυντικό τομέα, ο μεγάλος γεωστρατηγικός ανταγωνισμός μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους κινητήρες της παγκόσμιας αγοράς όπλων, ιδίως στο πλαίσιο της διαρκούς μείωσης των σχετικών δαπανών από τις δυτικές χώρες» μας θυμίζει ο Φάμπιο Λίμπερτι.

Αλλά οι δυτικές χώρες συνεχίζουν να παράγουν και να εξάγουν μαζικά όπλα στα κράτη του νότου. Η πεντάδα των μεγάλων εξαγωγέων παραμένει αμετάβλητη: ΗΠΑ και Ρωσία (που μαζί εξασφαλίζουν πάνω από τις μισές εξαγωγές όπλων του κόσμου) και Γερμανία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, που εξάγουν γύρω στο 25% των συμβατικών όπλων.

Στην έκθεση του SIPRI αναφέρονται επίσης και οι βασικοί πελάτες αυτού του «κλαμπ» εξαγωγέων όπλων: για τη Ρωσία είναι κυρίως οι Ινδοί και οι Πακιστανοί, για τις ΗΠΑ Νοτιοκορεάτες και Αυστραλοί. Οι Βρετανοί πουλάνε κυρίως στις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία και οι Γάλλοι στη Σιγκαπούρη, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Ελλάδα.

Όπως αποκαλύπτει η έκθεση του SIPRI, το εμπόριο όπλων παραμένει ο πιο διεφθαρμένος τομέας συναλλαγών της παγκόσμιας οικονομίας. Το σουηδικό ινστιτούτο εκτιμά πως στο εμπόριο όπλων εντοπίζεται το 40% της παγκόσμιας διαφθοράς στις συναλλαγές.

 

Ο Benjamin Leclercq είναι δημοσιογράφος

Ημερομηνία: 
Παρασκευή, June 17, 2011
AttachmentΜέγεθος
armes graph.jpg35.01 KB