Ο Καναδάς δίνει άσυλο σε όσους αμερικανούς στρατιώτες αρνήθηκαν να πολεμήσουν στο Ιράκ

Τους δίνει άσυλο

Της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΑΝΤΖΟΥ

Διαδήλωση για τους αντιτιθέμενους στον πόλεμο και κάτω, ο Τζέρεμι Χίνσμαν δίπλα στη γυναίκα και στο παιδί του.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρεθούν πολύ σύντομα στη δυσάρεστη θέση να δουν τη Βουλή μιας φίλης και συμμάχου χώρας να συζητάει σχέδιο απόφασης για την παροχή πολιτικού ασύλου σε αμερικανούς πολίτες.

Ο Καναδάς πρόκειται τον ερχόμενο μήνα να συζητήσει ειδική απόφαση που θα προσφέρει άδεια εγκατάστασης σε όσους αμερικανούς στρατιώτες «αρνήθηκαν ή εγκατέλειψαν τη στρατιωτική τους θητεία λόγω ενός πολέμου που δεν εγκρίθηκε από τα Ηνωμένα Εθνη».

Η διατύπωση, σοφά μελετημένη στο πλαίσιο της πολιτικής ορθότητας, ώστε να αποφεύγει κάθε αναφορά στον πόλεμο στο Ιράκ ή στο πολιτικό άσυλο, αποτελεί ένα ακόμη πλήγμα στο κύρος του Τζορτζ Μπους, που εκτός από εκατομμύρια Ιρακινούς οδήγησε και χιλιάδες Αμερικανούς πολίτες να καταλήξουν πρόσφυγες.

Η κοινοβουλευτική συζήτηση θα αποτελέσει το επιστέγασμα τεσσάρων χρόνων επίπονων δικαστικών μαχών που είχε στόχο να διευθετηθεί το πρόβλημα της νομιμοποίησης του κύματος των αμερικανών λιποτακτών και αντιρρησιών συνείδησης που κατέφυγαν στη χώρα.

Πρωτοστάτης, ο Τζέρεμι Χίνσμαν, ο οποίος μετά τη θητεία του στο Αφγανιστάν και την απόρριψη της αίτησής του να θεωρηθεί αντιρρησίας συνείδησης, αρνήθηκε να ακολουθήσει τη μονάδα του στο Ιράκ και κατέφυγε στον Καναδά.

Στη χώρα έχουν καταφύγει περισσότεροι από 400 από τους συνολικά 25.000 ένστολους που λιποτάκτησαν από τον αμερικανικό στρατό από το 2003, σύμφωνα με την οργάνωση Εκστρατεία για τη Στήριξη των Αντιτιθέμενων στον Πόλεμο (WRSC).

Ο Χίνσμαν με τη συνδρομή του νομικού Τζέφρι Χάουζ κατέφυγε στη δικαιοσύνη, ζητώντας πολιτικό άσυλο. Ο Χάουζ, με τη σειρά του, βασίστηκε σε νομικό προηγούμενο που δημιούργησε απόφαση με την οποία χορηγήθηκε άσυλο σε Ιρακινό που λιποτάκτησε για να μην πάρει μέρος στην εισβολή του Χουσέιν στο Κουβέιτ το 1990. Το σκεπτικό της ήταν ότι «κανένας στρατιώτης δεν πρέπει να πολεμά σε έναν παράνομο πόλεμο».

Το εγχείρημα να εξομοιώσει την εισβολή του Μπους με εκείνη του Χουσέιν ήταν εξαιρετικά δυσάρεστο για τις αρχές. Παρ' ότι ο Χάουζ κατέθεσε ένα σχολαστικά στοιχειοθετημένο φάκελο για το παράνομο του πολέμου, οι μεταναστευτικές αρχές απέρριψαν την αίτηση με το αιτιολογικό ότι «στις αρμοδιότητές μας δεν εμπίπτει η κρίση για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ».

Οι μετέπειτα δικαστικές προσφυγές, με την τελευταία προς το Ανώτατο Δικαστήριο, κατέληξαν σε απόρριψη του αιτήματος.

Ο σημερινός Καναδάς, ωστόσο, απέχει παρασάγγας από εκείνον του 1960 και του 1970, όταν περισσότεροι από 60.000 αμερικανοί νέοι, ανάμεσά τους και ο Τζέφρι Χάουζ, κατέφυγαν εκεί για να μην πολεμήσουν στο Βιετνάμ και βρήκαν φιλόξενη υποδοχή.

Ο Καναδάς του πρωθυπουργού Πιερ Τριντό, που είχε κηρύξει τη χώρα του «καταφύγιο από το μιλιταρισμό», έδωσε τη θέση του σε εκείνον του συντηρητικού πρωθυπουργού Στέφεν Χάρπερ, πιστού συμμάχου του Τζ. Μπους στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας».

Αλλά εκείνο που δεν τόλμησαν να κάνουν τα δικαστήρια, τώρα το ανέλαβαν οι πολιτικοί: Η Επιτροπή Μεταναστευτικού της Βουλής της χώρας, με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης και παρά την αρνητική ψήφο των μελών του κυβερνώντος συντηρητικού κόμματος, ενέκρινε απόφαση που δίνει στους αμερικανούς λιποτάκτες το δικαίωμα να εγκατασταθούν στον Καναδά.

Τον Απρίλιο θα έρθει προς συζήτηση στη Βουλή, όπου η κυβέρνηση μειοψηφίας του Χάρπερ αναζητά συμμάχους, ιδίως ανάμεσα στο Φιλελεύθερο Κόμμα που δεν έχει ακόμη δεσμευτεί επισήμως για την υπερψήφιση της απόφασης.

Κρίσιμη στιγμή για τη μοίρα των λιποτακτών, καθώς ήδη ο Χίνσμαν και άλλοι οκτώ έχουν λάβει ειδικά ειδοποιητήρια που αποτελούν το πρώτο βήμα για την απέλασή τους.